Δεν είχα ξαναπάει σε εκείνη την περιοχή για διασκέδαση.
Χθες βράδυ ήταν η πρώτη φορά.
Το bar ήταν πάνω κάτω όπως το περίμενα.
Επαρχιακή βαβούρα,
ανακατεμένη με μπόλικο ξεπλυμένο ξανθό κιτσαριό,
δυνατή ελληνική γαβ-γαβ μουσική, ευγενικοί σερβιτόροι με χαμόγελο της crest,
με στρασάκια στα αυτιά που γυάλιζαν περισσότερο και από το στέμμα της βασίλισσας Ελισάβετ,
με έντονη λεμονίλα στο mojito μου
και με δεκάδες πρόθυμους Σέρβους τουρίστες να πλαισιώνουν το πορτραίτο.
Κάθισα οκλαδόν,
για σπάσιμο κυρίως, στην καρέκλα μου,
χωρίς να προσέχω τους τρόπους μου, τεντώνοντας το φόρεμά μου ανάμεσα στα πόδια μου,
για να μη δώσω άρτο και θέαμα στους απέναντι και αφέθηκα στη συζήτηση της παρέας.
Τα συνηθισμένα.
Πώς πήγε η σχολική μου χρονιά,
πότε φεύγω για Ελβετία,
τα έμαθες για την τάδε,
α! ποιος άλλος μου είχε πει ότι έχει εξοχικό εδώ κοντά,
πού θα πάμε για μπάνιο αύριο,
άκουσες τα καινούρια των red hot chili peppers και άλλα τέτοια.
Η μουσική σταδιακά μεταλλασσόταν από ελληνικό βλαχοντρέντυ σε ελληνορουμάνικο βλαχοhouse!
Χμμ, τουλάχιστον δεν έχει κλαρίνο και μπουζούκι.
Άρχισα να λικνίζομαι, καθισμένη πάντα άγαρμπα στην καρέκλα μου,
με περιέβαλε και ένα ελαφρύ θαλασσινό αεράκι,
από αυτό που έρχεται και γλύφει τους κοκκινωπούς από το μεσημέρι, ώμους μου.
Ωραία περνάω, σκέφτηκα.
Εξάλλου αυτό είναι διακοπές.
Να μπορείς να χαλαρώνεις σε όλα τα επίπεδα.
Να είσαι ελαφρύς σαν πούπουλο.
Να γεύεσαι, να οσφρίζεσαι, να νιώθεις, να αγγίζεις, να χρησιμοποιείς όλες τις αισθήσεις σου.
Όλα καλά λοιπόν.
Χαμόγελα ανάμεσα σε μουσικές και πρόσωπα.
Αντιλήφθηκα ότι κάποιος με κοιτάζει.
Επίμονα.
Με γυαλισμένα μάτια.
Με φλογερό βλέμμα.
Χαμογέλασε.
Είναι πάνω κάτω στην ηλικία μου.
Θα'ναι τουρίστας, υποθέτω Σέρβος.
Ελαφρώς μακρύτερα, να'ναι 2 βήματα, από την παρέα του.
Η παρέα του γελάει, κουνιέται, φωνάζει, παρασύρεται στο ρυθμό αλλά αυτός κοιτάζει εμένα.
Και γω, κοιτάζω.
Αλλά όχι αυτόν.
Ενώ κολακεύομαι από το βλέμμα του,
από τη στάση του σώματος και τη ζεστασιά που διαισθάνομαι,
κοιτάζω αλλού.
Έξω από το χώρο.
Μακριά.
Πρώτα προς το δρόμο.
Μετά προς τη θάλασσα.
Λες και κάτι λείπει...
Δε μπορώ να το προσδιορίσω ακόμα αλλά όταν θα φανερωθεί μπροστά μου
θα καλύψει αυτό το μικρό αλλά ουσιαστικό κενό.
Πέρασε η ώρα, νυστάξαμε και η διασκέδασή μας τελείωσε με τον κλασικό τρόπο.
Πληρώσαμε, μαζέψαμε τα πράγματά μας από το τραπέζι και φύγαμε.
Ο τουρίστας έκανε ένα μορφασμό τύπου "κρίμα" , χαμογελάσαμε αμοιβαία και κούνησα το χέρι μου.
Ακόμα και στο αμάξι, οδηγώντας προς το σπίτι, είχα την ίδια αίσθηση.
Ότι άφησα κάτι πίσω.
Όχι κάτι από τα πράγματά μου αλλά αυτό το κάτι που μου λείπει και περίμενα.
Η μόνη σιγουριά πάντως που έχω είναι ότι κάποια στιγμή θα έρθει και θα κουμπώσει στο κενό μου χαρίζοντάς μου απλόχερα τα συναισθήματα που τόσο καιρό στερούμαι.
Και τότε δε θα λείπει τίποτα...



























